Ένωση Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας - Στρίκος Αθανάσιος

Στρίκος Αθανάσιος

Αθανάσιος Στρίκος Ταξίαρχος ε.α. – Εκπαιδευτικός (Αντί βιογραφικού. Αυτοσύσταση – Εξομολόγηση I. Γεννήθηκε το 1947 στο χωριό Σέρβου Γορτυνίας του Νομού Αρκαδίας. Ένα κεφαλοχώρι χτιστών με 1.100 κατοίκους τότε, σε ύψος 1.100 μέτρα, που δυστυχώς ρήμαξε. Στο χωριό όλοι ήσαν από κείνους που φτιάχνουν. Κανένας από τους γκρεμιστάδες. Εκεί κρατούσε Νόμος το: «προτιμώ να με φωνάζουν ηλίθιο παρά χαραμοταϊσμένο». Δούλεψε κι ο ίδιος στη μαστοριά. Η πρώτη του ανάσα ήταν ροϊδάμι και ρίγανη. Η πρώτη μουσική του το φύσημα του ανέμου, του ποταμού ο αχός κι ο αναστεναγμός. Και μετά το λάλημα των πουλιών. Του πετροκότσυφα, της πετροκώλας και της βουνίσιας πέρδικας. Το μεγαλείο και την αθανασία του Θεού τάνοιωσε στα έργα Του τα αθάνατα. Στα ξωκκλήσια του Αγιο Σπυρίδωνα, τ’ Αη Γιώργη και τ’ Αγια Αντριά, κρυμμένα σ’ απάτητα ρουμάνια, κορφές, ερημιές κι ανήλιαγες ρεματιές. Στα τόσο δα αστρολούλουδα του βουνού (ψήγματα χρυσού), τις θάλασσες παπαρούνες του Μάη με τις φουστίτσες τους φορεμένες τ’ ανάποδα, και τις μυριάδες μυριάδων ζωές. Στο σχολείο του χωριού του, ένα υπέροχο χτήριο απ’ τα χεράκια των συγχωριανών των μαστόρων, λουσμένο στο φως, που τα πουλιά, τα παιδιά και οι καρυδιές απ’ έξω με τον ίσκιο τους ν’ αντιστέκεται σαν τις πολιορκούσε ο ήλιος κι αντιλαλούσαν του Πάνα τις φωνές, έμαθε τα γράμματα του Δημοτικού. Στη Δημητσάνα του Γυμνασίου. Και στα δυο ν’ αγαπάει τα γράμματα και την Ελλάδα. Η μάννα του αναλφάβητη, ζευγολάτισσα και μαρτινολόϊσσα και υφάντρα και πλέχτρια και νοικοκυρά, μα παν’ απ’ όλα ΜΑΝΝΑ. Ο πατέρας του, όπως όλοι οι άντρες του χωριού, χτίστης που έλλειπε χρονικούθε (= δώθε κείθε ούλον το χρόνο) του έμαθε να αγαπάει τη δουλειά. Η Δημητσάνα των ευεργετών – μ’ όσο πλάτος έχει τούτη η έννοια – τούδειξε να σεργιανίζει τα μονοπάτια της Ελληνικής Ιστορίας. Να καμαρώνει για την αρχαία, προπαντός της Σπάρτης, την Ελληνική επανάσταση και την πολύκλαδη ελληνική γλώσσα από τις τρίσβαθες ρίζες της ως το ακρότατο φύλλο. Τον σταματούν οι λέξεις της, πιάνει μαζί τους κουβέντα, τις ρωτάει πως και περπάτησαν τόσους αιώνες δίχως ν’ αποστάσουν κι έφτασαν ως εδώ, κι αυτές απαντούν. Σημειώνει ό,τι του λένε. Ίσως κάποτε ξομολογηθή ό,τι ειπώθηκε μεταξύ τους κρυφά. II. Τα έργα του μικρά και ταπεινά. Το 1965 μπήκε στη σχολή Υπαξιωματικών της τέως Χωροφυλακής και την ίδια χρονιά στη Παιδαγωγική Ακαδημία Τριπόλεως. Γραμματίστηκε (;) όμως σ’ εκείνην της Ρόδου κι αργότερα στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Αγάπησε όσο τη γλώσσα, και την Ελληνική Φιλοσοφία και την Ελληνική παράδοση, που τα βλέπει ΕΝΑ. Η γλώσσα άλλωστε είναι η πιο βαθειά φιλοσοφία και η παράδοση των παραδόσεων. Το έθιμο των εθίμων. Το 1974 τελείωσε τη Σχολή Αξιωματικών Χωροφυλακής και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Ταξιάρχου. Υπηρέτησε σε διάφορα μέρη της Ελλάδος (Δωδεκάνησα – Θεσσαλονίκη – Κρήτη – Σπάρτη – Κεφαλλονιά – Αττική). Αγάπησε και υπηρέτησε τους ανθρώπους που τους λογαριάζει αδέρφια του. Γνώρισε παντού λίγους, που είχαν κάνει πράξη το «ως χαρίεν έστ’ άνθρωπος όταν άνθρωπος η ». III.Θαυμάζει τους δημιουργούς. Δεν ζήλεψε κανέναν. Δεν μίσησε τίποτε εκτός απ’ τον φανατισμόν, γιατί τον θεωρεί ως τον χειρότερο τύραννο και δυνάστη του ανθρώπου. Φοβήθηκε τους φανατισμένους «δημοκράτες» τον καιρό της δημοκρατίας. Όσους διακατέχονται από εξωφρενική βεβαιότητα πως κάτι έχουν (πλούτο, αναγνωρισιμότητα, δόξα, γνώσεις, δύναμη), ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια, κι όσους εκφράζουν σιγουριά σ’ ό,τι λένε ή έχουν πάρει την «αποστολή» τους εγωιστικά, τους λυπάται. Έκαμε κι ο ίδιος οικογένεια με τρία (3) παιδιά. IV.Που και που μουτζουρώνει κανένα χαρτί, καίτοι πιστεύει πως είναι μάταιο. Παρά ταύτα συνεχίζει, γιατί νοιώθει λεύτερος και γιατί ο λόγος του, που δεν είναι τίποτα ξεχωριστό, και το γράψιμο, στέκονται γι’ αυτόν καμμιά φορά σωτήρια. Καλύπτουν την ανθρώπινη ματαιότητα. Ονειρεύεται έναν κόσμο όπου δεν θα υπάρχουν άνθρωποι να πεινάνε, θάχουν όλοι δουλειά, θα ζουν και θα πεθαίνουν με αξιοπρέπεια. Έναν κόσμο με δικαιοσύνη, που θα τον λούζει σαν ήλιος η αγάπη. Ονειρεύεται. V.Τον βασανίζουν τρία (3) πράματα. Το πρώτο: Γιατί αφού στην πατρίδα μας υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις (φυσικές, πνευματικές, ψυχικές, βαρειά ιστορία και κληρονομιά, υλικοτεχνικές κ.λ.π.), πάντοτε εμφανίζεται κάτι σαν αερικό, που δεν αφήνει να ηρεμήσουμε και να ιδούμε προκοπή. Βυζαίνει το αίμα μας σα λάμια σαν ξωθιά. Το δεύτερο: Γιατί ο Έλληνας και πρώτοι οι ηγέτες – νομοθέτες παιδαγωγοί, στον καιρό μας δεν αναλογίστηκαν τί καλό προσέφεραν στην Ελλάδα, αν προσέφεραν, και να το συνεχίσουν, ή τί κακό προκάλεσαν εκ προθέσεως ή δια παραλείψεως ή εσφαλμένης εκτιμήσεως και να το απαλείψουν. Δεν είπαν ποτέ την αλήθεια, ούτε με το παράδειγμά τους έκαναν πράξη την αρετή. Και Τρίτο: Πώς δεν μπόρεσε ο άνθρωπος, το λογικό ον, να βρει ως σήμερα για τη σωτηρία του, τίποτ’ άλλο από τιμωρίες και βασανισμούς και ποινές και απειλές, κι ως την τελευταία του στιγμή, τρομάζουν το τραγικό αυτό πλάσμα με την τιμωρία του Θεού! Και στα τρία πάνω βασανίζεται, αγωνιά και ταχτικά δακρύζει.
Επικοινωνία: froudpop@hotmail.com
Θεάσεις: 164 | Σχόλια:





Άρθρα

1. O Λακεδαιμόνιος δρόμος στο γνωστό επίγραμμα του Σιμωνίδη
2. «Ασθενής και οδοιπόρος…»
3. Η προσφυγούλα γλώσσα μας
4. «Τί εστιν αλήθεια;»
5. Απαράδεκτες δηλώσεις για τα αρχαία ελληνικά
6. Ευνομία
7. Ο κυρ τζίτζικας ο λαλητής
8. Η Διορία της Άννας
9. Ο Κοκκινολαίμης (ή παραμύθι για μικρά παιδιά) -
10. «Άγουσι δε γυναίκα επί μοιχεία κατειλημμένην» (Ιωάνν. Η, 4)
11. «Γλαύκος ο Ποτνιεύς: Ο ταράξιππος δαίμων»
12. ET IN ARCADIA EGO (Κι εγώ στην Αρκαδία γεννήθηκα)
13. «Εκουσία δουλεία»
14. Στον απόηχο του «Σπάρταθλον» «Απάντησε τον Θεό ο Φειδιππίδης;»
15. «Ην δε ο χιτών άρραφος»
16. Ήν δε λόγος ουδείς του απολλυμένου
17. Η αναπόδραστη μοίρα
18. «Ευαγόρας Παλληκαρίδης»
19. «…Θηλυτέρησι γυναιξί…»
20. «Κάνεις ακόμα το Σταυρό σου;”»
21. Καρυοφύλλι ή Καριοφίλι;
22. «Κατηγορουμένη εγέρθητι»
23. Κι όμως ο Ξέρξης δάκρυσε
24. Ο ΧΑΡΩΝΔΑΣ
25. Οι πανάρχαιες λέξεις άχος και ούλος
26. Όταν ο σοφός συναντά τον πλούσιο και δυνατό
27. «Πήραν την Πόλη, πήραν και το ωμέγα….»
28. «Τα μέγιστα ακάθαρτοι απαίδευτοί τε και αισχροί»
29. «Φωνήεντα δε έστι των στοιχείων επτά»
30. «Την διακονίαν πληροφόρησον»
31. Το φέρετρο του Εθνομάρτυρα Γρηγορίου του Ε΄

.




ΑΡΧΗ