Ένωση Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας - Φλουρής Χρήστος

Φλουρής Χρήστος

Ο Χρήστος Φλουρής γεννήθηκε στο Ρέθυμνο της Κρήτης. Τελείωσε το δημοτικό στο χωριό του, τη Θεοδώρα και γυμνάσιο και λύκειο στο Πέραμα Μυλοποτάμου. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία στη φιλοσοφική σχολή Κρήτης και στη συνέχεια εκπόνησε την διδακτορική του διατριβή στο Istitutto Universitario Orientale στη Νάπολη της Ιταλίας. Ζει στη Σπάρτη, είναι παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών. Η ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ενδόμυχα» εκδόθηκε από τις εκδόσεις Χαραμάδα, ενώ τα μυθιστορήματα «Ιφιγένειες» και «Σπίθα» καθώς και η ποιητική του συλλογή «Σχεδόν αθόρυβα» από την Άνεμος Εκδοτική. Το μυθιστόρημά του Marea, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ανάτυπο».
Επικοινωνία: flourischristos@yahoo.gr
Θεάσεις: 50 | Σχόλια:

Λογοτεχνικό Τμήμα

  1. ΕΝΔΟΜΥΧΑ, Ποιήματα
Πέντε ποιήματα από την συλλογή Αρκούντως απέναντι στη ζωή κράτησα μια στάση εντιμότητας κι αυτή απέναντί μου, παράπονο δεν έχω μονάχα μερικές φορές μεμψιμοιρώ όχι για ό,τι δε μου ‘δωσε -έτσι κι αλλιώς χρωστούμενα η ζωή δεν έχει σε κανέναν- αλλά για αυτά που μου τα χάρισε και πριν να τα χαρώ τα πήρε πάλι πίσω –μιλώ για κάτι έρωτες παλιούς που διήρκεσαν για ελάχιστο και για χαρές μηδαμινές που η πρόωρη απώλεια τους τις έφτασε ως την εξιδανίκευση - τάχα γιατί αρκούντως -λέει – δεν εκτίμησα τη δωρεά τους κισσός θα σου χαρίσω τα χαλάσματά μου τους ξεφλουδισμένους τοίχους και τα ανώφλια μου και τα παράθυρα που χάσκουν στο κενό με τα πατζούρια τους μαζί, που ανοιγοκλείνουν πια μονάχα με τον άνεμο…. τον αυλόγυρο μου θα σου χαρίσω και την σιδερένια πόρτα της αυλής με τα παγώνια τις οροφές μου με τους γύψινους ρόδακες και τα πατώματά μου τα σαθρά που αδυνατούνε πια να βαστάξουν βήματα θα σου χαρίσω την κατάρρευσή μου ολάκερη αρκεί να μου υποσχεθείς εσύ την αναρρίχηση σου … αθόρυβα έτσι θέλω να περάσω τη ζωή μου, αθόρυβα όπως κι ως τώρα χωρίς αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες έπαρσης, ρυάκι μικρό ορεσίβιο που έρπει αόρατο σχεδόν , α...
  2. Marea, μυθιστόρημα
Περίληψη, οπισθόφυλλο Όσο πλησίαζε προς το σπίτι των βράχων έκανε όλο και πιο διστακτικά βήματα. Μέσα της γινόταν μια μεταστροφή που μόλις είχε αρχίσει να την καταλαβαίνει. Σε ολόκληρη τη ζωή της πίστευε ότι οι άνθρωποι κάνουν τον τόπο, πως ένα μέρος χρωματίζεται, επιθυμείται, αγαπιέται ή το αντίθετο από τους ανθρώπους που το κατοικούν. Η αίσθηση που είχε τώρα ήταν διαφορετική: μήπως τελικά ο τόπος κάνει τους ανθρώπους; Μήπως τα συναισθήματα ή ακόμη και η μοίρα όλων δεν είναι άσχετη με το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν; Αλλιώς πως θα μπορούσε να εξηγήσει το δέος που σχεδόν ένιωθε πλησιάζοντας εκείνο το ξεδοντιασμένο, χωρίς οροφή και πορτοπαράθυρα κτίσμα που οι τοίχοι του είχαν διαφυλάξει τόσα και τόσα μυστικά; Στα αυτιά της ηχούσαν ακόμη τα λόγια της θείας της: «φοβάμαι τις μνήμες που κουβαλούν τα ντουβάρια»… Μόνο που εκείνη δεν ήξερε αν φοβόταν πραγματικά ή αν είχε απλά επηρεαστεί από τον φόβο των άλλων σχετικά με το συγκεκριμένο κτίριο. Γιατί μέχρι κι ο φόβος, αυτό το κραταιό συναίσθημα του ανθρώπου, είναι μεταδοτικό ή ακόμη και κληρονομικό…...
  3. Ιφιγένειες, μυθιστόρημα
Περίληψη, οπισθόφυλλο Ολόκληρη ζωή φαίνεται πως περίμενε να πάρει το αίμα της πίσω η Αρετή. Ολόκληρη ζωή άκουγε καταπρόσωπο ή πίσω από την πλάτη της, «η κόρη του φονιά», «η κόρη του φονιά», υποτιμητικά, μειωτικά, λες κι εκείνο το πρωί του Μαΐου του 1914 εκείνη είχε σηκώσει το χέρι της οπλισμένο εναντίον του Θωμά. Ήθελε να τιμωρήσει όλους αυτούς που από την τρυφερή παιδική της ηλικία την αποκαλούσαν έτσι. Λες και δεν είχε άλλο όνομα, λες και ο πατέρας της ο Σήφης δεν είχε κάνει τίποτε άλλο στη ζωή του εκτός από τον φόνο. Ήθελε να τιμωρήσει τον δάσκαλο, τους χωριανούς της, τη μοίρα της την ίδια… Όσο ήταν μικρή και δεν μπορούσε να καταλάβει το βάρος που κουβαλάνε οι λέξεις, δεν την ενοχλούσε. Τώρα, όμως, δεν μπορούσε να το ανεχτεί πια. Δεν ήταν δικό της λάθος και δεν ήθελε να εξακολουθεί να το χρεώνεται. Ο πατέρας της το είχε πληρώσει με τη φυλακή, η αδερφή της η Ερωφίλη με έναν γάμο αταίριαστο, με μια ζωή στη σιωπή και μ' έναν πρόωρο θάνατο… Δεν μπορούσε πλέον να ανεχθεί πως έπρεπε το σφάλμα του πατέρα της να συνεχίσουν να το πληρώνουν και τα παιδιά του, και τα παιδιά των παιδιών του… Οι «Ιφιγένειες» δεν είναι μία αληθινή ιστορία. Είναι πολλές αληθινές ιστορίες μαζί. Ούτε περιορίζετ...
  4. Σπίθα, Μυιστόρημα
Περίληψη, οπισθόφυλλο «...Πάντα θα βρίσκεται μια πηγή με νερό πλάι στη μεγάλη μας δίψα, πάντα θα βρίσκεται μια χαραμάδα με φως στο απόλυτο σκοτάδι... Μπορεί ο Θεός να μας έπλασε από πηλό, μα έβαλε μέσα σ’ εκείνη τη φτηνή μάζα άφθονη ελπίδα και την ζύμωσε με τη σάρκα μας μαζί, με το είναι μας ολόκληρο. Η ελπίδα του ανθρώπου είναι ο Θεός που κουβαλάει μέσα του, ο καλός Θεός, που δεν τον τιμωρεί μόνο, δεν τον βασανίζει, δεν τον απειλεί με τις κόλασες και τα καζάνια με την πίσσα, μα του δίνει δύναμη να σταθεί στα πόδια του και να κουβαλήσει τη ζωή του παραπέρα». Σ’ αυτή τη διαπίστωση θα καταλήξει προς το τέλος των περιπετειών του ένας μουσουλμάνος που αναγκάζεται να φύγει από την Κρήτη με την ανταλλαγή των πληθυσμών, αφήνοντας πίσω του το σπίτι του και τον πιστό χριστιανό φίλο του. Ένας έρωτας που θα γεννηθεί στα ερείπια της Σμύρνης, θα αναθερμάνει μέσα του την πίστη πως θα καταφέρει να ριζώσει σ’ εκείνη τη γη, κι ας έχει αφήσει τις μισές του ρίζες στον τόπο που γεννήθηκε. Όταν κι αυτός ο έρωτας, θύμα της μισαλλοδοξίας και του φανατισμού, θα κινδυνεύσει να οδηγηθεί στη ματαίωση, παίρνει δύναμη μονάχα από τη στέρεα πεποίθηση πως «όλοι μέσα μας κουβαλάμε τη σπίθα που μέλλεται να γίνε...
  5. σχεδόν αθόρυβα, ποιήματα -
Οπισθόφυλλο Πάει καιρός από τότε που οι ανησυχίες μου πήραν για πρώτη φορά τη μορφή στίχων κι απ’ όταν πίστευα πως μέσα από αυτούς μπορώ να αλλάξω ολάκερο τον κόσμο. Παρά τις αλλαγές που επέφερε σε μένα ο χρόνος, μου άφησε ευτυχώς αναλλοίωτη τη λαχτάρα να εκφράζομαι και σήμερα με τον ίδιο τρόπο και την επιθυμία να ονειρεύομαι διαρκώς. Γιατί οι άνθρωποι δεν σταματούν ποτέ να ονειρεύονται, άλλοτε σιωπηλά, άλλοτε φωναχτά κι άλλοτε σχεδόν αθόρυβα....


.




ΑΡΧΗ